Οι ιδιωτικές εταιρείες security παρουσιάζονται συνήθως ως ένα φυσιολογικό συμπλήρωμα της δημόσιας ασφάλειας. Η αστυνομία, λέγεται, δεν μπορεί να βρίσκεται παντού. Δεν μπορεί να φυλάσσει κάθε κατάστημα, κάθε αποθήκη, κάθε πολυκατοικία και κάθε σπίτι.
Αλήθεια;
Δεν μιλάμε για την ανάγκη να κλειδώνουμε την πόρτα μας. Αυτό είναι αυτονόητο. Μιλάμε για οτιδήποτε πέρα από αυτό: πόρτες ασφαλείας, συναγερμούς, κάμερες, κάγκελα, ιδιωτικά κέντρα παρακολούθησης, περιπολίες και φύλακες. Όλα αυτά δεν αποτελούν φυσική προέκταση της κλειδαριάς. Αποτελούν ιδιωτική υποκατάσταση μιας δημόσιας λειτουργίας που δεν εκτελείται επαρκώς.
Το 1970 σχεδόν κανένα σπίτι δεν είχε συναγερμό. Σήμερα ο συναγερμός θεωρείται σχεδόν αυτονόητο μέρος μιας κατοικίας. Δεν άλλαξε απλώς η τεχνολογία. Άλλαξε η σχέση του πολίτη με το σπίτι του. Η κατοικία έπαψε να θεωρείται ασφαλής ιδιωτικός χώρος και μετατράπηκε σε έναν χώρο που πρέπει να οχυρώνεται.
Δεν γνωρίζω σχεδόν κανένα σπίτι ή οικογένεια στην Ελλάδα που να μην έχει υποστεί κλοπή, διάρρηξη ή κάποια σχετική απόπειρα. Και η πραγματικότητα είναι πιθανότατα πολύ χειρότερη από τα επίσημα στοιχεία. Οι πολίτες συχνά δεν καταγγέλλουν καν το περιστατικό, εφόσον δεν υπάρχει σωματική βλάβη, μεγάλη οικονομική απώλεια ή ανάγκη να προσκομίσουν έγγραφο σε ασφαλιστική εταιρεία.
Γιατί να το καταγγείλουν; Για να χάσουν ώρες σε ένα αστυνομικό τμήμα; Για να δηλώσουν αντικείμενα που δεν πρόκειται να επιστραφούν; Για να επαναλάβουν μια διαδικασία από την οποία δεν περιμένουν κανένα αποτέλεσμα;
Η μη καταγγελία δεν σημαίνει ότι το έγκλημα δεν συνέβη. Σημαίνει ότι ο πολίτης δεν πιστεύει πλέον πως το κράτος μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό. Η κλοπή αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν προσωπική ατυχία, όπως μια βλάβη, μια πλημμύρα ή μια ζημιά από κακοκαιρία.
Το κράτος, λοιπόν, μπορεί να εμφανίζει μια σχετικά ανεκτή εικόνα εγκληματικότητας, επειδή ένα σημαντικό μέρος της καθημερινής παραβατικότητας δεν φτάνει ποτέ στις καταγραφές του. Η αποτυχία του κρύβεται μέσα στην παραίτηση των πολιτών.
Και έπειτα εμφανίζεται η αγορά της ασφάλειας.
Ο πολίτης πληρώνει φόρους για την αστυνομία και πληρώνει ξανά για πόρτα ασφαλείας, συναγερμό, κάμερες, συνδρομή σε ιδιωτικό κέντρο και ενδεχομένως φύλακα. Η δημόσια αποτυχία μετατρέπεται σε ιδιωτική δαπάνη.
Υπονοείται μάλιστα ένα είδος παράξενης δικαιοσύνης: αν δεν είσαι πλούσιος, δεν έχεις και πολλά να χάσεις. Θα υποστείς μικρότερη ζημιά. Αν διαθέτεις κάποια εισοδήματα ή περιουσία, τότε βρες μόνος σου τρόπο να φυλάγεσαι.
Μοιάζει σχεδόν δίκαιο.
Ο φτωχός πληρώνει με την απώλεια των λίγων πραγμάτων που έχει. Ο μεσαίος πληρώνει συναγερμούς, κάμερες, ασφάλιστρα και πόρτες ασφαλείας. Ο πλούσιος αγοράζει ισχυρότερη προστασία, καλύτερα συστήματα και ανθρώπινη φύλαξη.
Πρόκειται για έναν κρυφό φόρο ασφάλειας. Μόνο που δεν είναι προοδευτικός. Είναι αντιστρόφως προοδευτικός. Ο φτωχότερος υφίσταται μεγαλύτερη αναλογικά ζημιά, ενώ ο πλουσιότερος αγοράζει τη δυνατότητα να την αποφύγει.
Το πρόβλημα δεν σταματά εκεί.
Η ιδιωτική ασφάλεια στηρίζεται σε εργαζομένους που συνήθως πληρώνονται λιγότερο από τους αστυνομικούς, απολύονται ευκολότερα, εργάζονται οποτεδήποτε και συχνά αναλαμβάνουν απάνθρωπες νυχτερινές ή εναλλασσόμενες βάρδιες. Το κράτος αποφεύγει το κόστος μιας επαρκούς δημόσιας υπηρεσίας και η αγορά αναλαμβάνει τη δουλειά με φθηνότερη, πιο ευέλικτη και πιο αναλώσιμη εργασία.
Έτσι, η ιδιωτικοποίηση της ασφάλειας δεν ανακοινώνεται ποτέ επισήμως. Κανείς δεν λέει ότι η προστασία της κατοικίας και της νόμιμης περιουσίας παύει να αποτελεί ευθύνη του κράτους. Το κράτος απλώς αποσύρεται λίγο λίγο, μέχρι η ιδιωτική προστασία να θεωρείται φυσιολογική και αναπόφευκτη.
Παράλληλα, η ανοχή στη μικροεγκληματικότητα διατηρεί έναν ολόκληρο πληθυσμό μικροπαραβατών έξω από την παραγωγική ζωή. Ας υποθέσουμε ότι πρόκειται για δέκα χιλιάδες ανθρώπους. Δεν εργάζονται κανονικά, δεν εντάσσονται, δεν επανεκπαιδεύονται και δεν αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά. Επιβιώνουν αφαιρώντας μικρά ποσά και αντικείμενα από πολλούς άλλους.
Η κοινωνία, δηλαδή, τους συντηρεί. Όχι μέσα από ένα οργανωμένο κοινωνικό πρόγραμμα, όχι μέσα από εργασία, εκπαίδευση ή επανένταξη, αλλά μέσα από κλοπές, ζημιές, φόβο και ανασφάλεια.
Το κράτος εξοικονομεί χρήματα. Οι εταιρείες security αποκτούν πελάτες. Οι κατασκευαστές συναγερμών και καμερών αποκτούν αγορά. Οι ασφαλιστικές εταιρείες πουλούν συμβόλαια. Οι μικροπαραβάτες συνεχίζουν να επιβιώνουν. Και οι πολίτες πληρώνουν.
Όλοι βολεύονται.
Εκτός από τους πολίτες.
Η ύπαρξη ιδιωτικών εταιρειών security δεν είναι από μόνη της το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ότι η ιδιωτική ασφάλεια έχει πάψει να αποτελεί μια ειδική υπηρεσία για εξαιρετικές περιπτώσεις και έχει μετατραπεί σε καθημερινή ανάγκη. Όταν μια ολόκληρη κοινωνία θεωρεί φυσιολογικό να αγοράζει μόνη της την προστασία της, η δημόσια ασφάλεια έχει ήδη αποτύχει.
Και όταν αυτή η αποτυχία παράγει φθηνή εργασία, ιδιωτικά κέρδη, αδήλωτες δραστηριότητες και μια διαρκώς ανακυκλούμενη μικροεγκληματικότητα, τότε δεν πρόκειται μόνο για ανικανότητα.
Πρόκειται για ένα σύστημα που έχει μάθει να λειτουργεί μέσα στην αποτυχία του.
Δημόσια ασφάλεια;
Αλήθεια;

Leave a Reply