Για τον περιορισμό της κυκλοφορίας στο κέντρο της Αθήνας, το κράτος επέλεξε τα μονά-ζυγά. Μια ημέρα κυκλοφορούν τα αυτοκίνητα με μονό αριθμό κυκλοφορίας και την επόμενη εκείνα με ζυγό.
Υποτίθεται ότι έτσι θα μειώνονταν τα αυτοκίνητα στους δρόμους, η κυκλοφοριακή συμφόρηση και η ατμοσφαιρική ρύπανση.
Μόνο που το μέτρο είχε ένα μικρό πρόβλημα: μπορούσε να παρακαμφθεί με την αγορά ενός δεύτερου αυτοκινήτου.
Όποιος είχε την οικονομική δυνατότητα αγόραζε ένα αυτοκίνητο με μονή πινακίδα και ένα με ζυγή. Έτσι κυκλοφορούσε καθημερινά, απολύτως νόμιμα, ενώ ο λιγότερο εύπορος πολίτης ήταν υποχρεωμένος να αφήνει το μοναδικό του αυτοκίνητο στο σπίτι τις μισές ημέρες.
Αυτό ονομάστηκε κοινωνικά δίκαιο μέτρο.
Ο πλούσιος απέκτησε δύο αυτοκίνητα. Ο φτωχότερος απέκτησε περιορισμούς.
Και οι εισαγωγείς αυτοκινήτων απέκτησαν περισσότερους πελάτες.
Δεν υπάρχουν, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, αποδείξεις ότι τα μονά-ζυγά σχεδιάστηκαν εξαρχής για να ευνοήσουν τους εισαγωγείς αυτοκινήτων. Υπάρχει όμως το αδιαμφισβήτητο αποτέλεσμα: το μέτρο δημιούργησε ένα ισχυρό κίνητρο αγοράς δεύτερου οχήματος.
Και όταν ένα κράτος διατηρεί επί δεκαετίες ένα μέτρο του οποίου οι συνέπειες είναι πλέον γνωστές, δεν μπορεί να κρύβεται για πάντα πίσω από τις αρχικές του προθέσεις.
Μπορεί η αρχική πρόθεση να ήταν η μείωση της ρύπανσης. Όταν όμως αποδείχθηκε ότι οι πολίτες αγόραζαν δεύτερα αυτοκίνητα για να παρακάμπτουν το μέτρο, η κυβέρνηση όφειλε να το καταργήσει ή να το αντικαταστήσει.
Δεν το έκανε.
Συνέχισε να εφαρμόζει ένα σύστημα που αύξανε τον στόλο των αυτοκινήτων, ευνοούσε τις πωλήσεις, απέφερε φόρους και τέλη στο κράτος και άφηνε ανέγγιχτους όσους μπορούσαν να πληρώσουν το κόστος της παράκαμψης.
Η Ελλάδα όμως δεν κατασκεύαζε τα αυτοκίνητα που αγόραζαν οι πολίτες. Τα εισήγαγε.
Κάθε επιπλέον αυτοκίνητο σήμαινε περισσότερες εισαγωγές. Μαζί του έρχονταν εισαγόμενα ανταλλακτικά, καύσιμα, ελαστικά και εξοπλισμός. Το μέτρο που υποτίθεται ότι θα περιόριζε την κυκλοφορία μπορούσε τελικά να αυξάνει την κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων και να επιβαρύνει το εμπορικό έλλειμμα της χώρας.
Η Ελλάδα, μια χώρα με χρόνια προβλήματα στο εξωτερικό της ισοζύγιο, ενθάρρυνε εμμέσως τους πολίτες να αγοράζουν δύο εισαγόμενα αυτοκίνητα αντί για ένα.
Εξαιρετικός οικονομικός σχεδιασμός.
Τα μονά-ζυγά δεν χρέωναν τη χρήση του περιορισμένου οδικού χώρου. Δεν έκαναν ακριβότερη την κυκλοφορία στις ώρες αιχμής. Δεν επέβαλλαν μεγαλύτερο κόστος στα πιο ρυπογόνα οχήματα. Δεν χρηματοδοτούσαν άμεσα τις δημόσιες συγκοινωνίες.
Απλώς μοίραζαν τους πολίτες ανάλογα με το τελευταίο ψηφίο της πινακίδας τους.
Όποιος είχε ένα αυτοκίνητο περιοριζόταν. Όποιος είχε δύο συνέχιζε κανονικά.
Σε ένα σύστημα αστικών διοδίων, ο εύπορος πολίτης μπορεί πράγματι να πληρώσει και να συνεχίσει να οδηγεί. Τουλάχιστον όμως πληρώνει κάθε φορά που επιβαρύνει την κυκλοφορία και τα χρήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για λεωφορεία, μετρό και άλλες δημόσιες υποδομές.
Στα μονά-ζυγά, ο εύπορος αγόραζε απλώς δεύτερο αυτοκίνητο. Ο εισαγωγέας εισέπραττε. Το κράτος εισέπραττε φόρους και τέλη. Η χώρα πλήρωνε την εισαγωγή.
Και η κυκλοφορία συνεχιζόταν.
Δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι οι κυβερνήσεις θέλησαν να ευνοήσουν τους εισαγωγείς αυτοκινήτων.
Μπορούμε όμως να πούμε κάτι πολύ πιο δύσκολο να αμφισβητηθεί:
Οι κυβερνήσεις διατήρησαν ένα μέτρο που ενθάρρυνε την αγορά δεύτερου αυτοκινήτου, ωφέλησε αντικειμενικά τους εισαγωγείς και επιβάρυνε το εξωτερικό έλλειμμα της χώρας.
Όταν ένα αποτυχημένο μέτρο διατηρείται για δεκαετίες, παύει να είναι απλώς λάθος.
Γίνεται επιλογή.

Leave a Reply